Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Στα όρια. Νέες αρχιτεκτονικές στην Κύπρο

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Στα όρια. Νέες αρχιτεκτονικές στην Κύπρο

05 Μάιος, 2011

Στα όρια. Νέες αρχιτεκτονικές στην Κύπρο

Το βιβλίο μας εισάγει στη σύγχρονη κυπριακή αρχιτεκτονική, παρουσιάζοντας μια σειρά κτίρια κατοικίας και γραφείων. Επιμέλεια : Τζιρτζιλάκης Γιώργος Φωτογραφίες: Γερόλυμπος Γιώργος.

English version

Παρουσίαση βιβλίου 9 Μαΐου
7.30μμ / Λευκωσία, Κύπρος
Αίθουσα Μελίνα Μερκούρη
Λεωφ. Αθηνάς και Βασιλέως Γεωργίου Β

H ανάδειξη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Κύπρο μπορεί να καθυστέρησε από το τραύμα του ελληνικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής. Σήμερα όμως κερδίζει με εντυπωσιακό τρόπο το χαμένο χρόνο, αντανακλώντας τους νέους τρόπους με τους οποίους η αρχιτεκτονική συναντά την απο-αποικιοποίηση, τη γεωπολιτική, τον τουρισμό, τις δυναμικές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς στο νέο αστικό αρχιπέλαγος.

Το βιβλίο αυτό μας εισάγει στη σύγχρονη κυπριακή αρχιτεκτονική, παρουσιάζοντας μια σειρά κτίρια κατοικίας και γραφείων της Nice Day Developments. Τα κτίρια και οι μελέτες σε αυτό το εν εξελίξει αρχείο αντικατοπτρίζουν τις διεργασίες μιας εκτεταμένης διεθνικής και διαπολιτισμικής ανταλλαγής, συμμετέχοντας στο διάλογο μεταξύ κοσμοπολίτικης αντίληψης και τοπικής ταυτότητας.

Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης είναι αρχιτέκτονας και ανεξάρτητος επιμελητής εκθέσεων. Διδάσκει στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Ο Γιώργος Γερόλυμπος γεννήθηκε στο Παρίσι το 1973 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φωτογραφία στο Τμήμα Φωτογραφίας των ΤΕΙ Αθήνας (1996), μεταπτυχιακά ΜΑ στην Εικόνα και Επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (1997), Αρχιτεκτονική στο ΑΠΘ (2005). Εργάζεται επαγγελματικά στον χώρο των αρχιτεκτονικών εκδόσεων και έχει δημοσιεύσει την δουλειά του, κατά καιρούς, σε βιβλία και περιοδικά. Έχει κάνει τρεις ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και έχει συμμετάσχει σε αρκετές ομαδικές.

"ΑΥΤΟΠΙΑ": ΤΟ ΧΩΡΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΚΗΠΟΥΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΕΣ ΕΔΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
Η πρώτη εικόνα που σχηματίζει κανείς όταν επισκέπτεται την Κύπρο είναι ο παροξυσμός του real estate («πολυτελείς βίλες ... που αντανακλούν τον τρόπο ζωής και τις απαιτήσεις σας») και η «άνιση ανάπτυξη».21 Παραθέτω εδώ τον τρόπο που περιγράφει στη Le Monde diplomatique την επίσκεψή του στην Κύπρο ο δημοσιογράφος Niels Kadritzke: «Οι επισκέπτες στην Κύπρο βομβαρδίζονται ασταμάτητα, από το αεροδρόμιο της Λάρνακας, με φυλλάδια και αφίσες που τους παροτρύνουν να μετακομίσουν στο νησί - Καλώς ήρθατε στην Κύπρο! - και να αγοράσουν ένα "σπίτι στον ήλιο", σαν το μοναδικό πρόβλη­μα των ντόπιων να ήταν να πείσουν τους ξένους να επενδύσουν σε ακίνητα».22

Οι αυξανόμενες απαιτήσεις για χρήση της γης, οι παραδοσιακές και οι νέες οικογενειακές δομές, οι προσδοκίες κατοίκησης και εργασίας και η κινητικότητα υφίστανται ραγδαίες μεταβολές που αλλάζουν άρδην την εικόνα του αστικού και περιαστικού τοπίου. Οι μεταβολές αυτές δεν επηρεάζουν μόνο την ιδιαιτερότητα του τοπίου, αλλά και τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, καθώς και τη συνύπαρξη του φυσικού και του τεχνητού, καθιστώντας την εξάπλωση της μονοκατοικίας και της παραθεριστικής κατοικίας ένα συνεχές χωρικό συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα στο φυσικό τοπίο και το κτίριο. Το αυτοκίνητο και το δίκτυο των αυτοκινητόδρομων σταδιακά έγιναν η δεσπόζουσα μορφή της ομοιογενούς αστικής διάχυσης, ως αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης δυτικής αντίληψης για την «ευημερία» αλλά και απουσίας δημόσιων συγκοινωνιών. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο είδος μεσογειακής «αυτοπίας»23 με πρωτοφανή διάδοση.

Οι υποδομές και το οδικό δίκτυο είναι εκείνα που οργάνωσαν, και σήμερα αναδιατάσσουν, την προαστιοποίηση του κυπριακού τοπίου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ογκοπλαστική αυτονομία της αρχιτεκτονικής γλώσσας, την επιμονή στο «πανταχόθεν ελεύθερο σύστημα» και στην «αντι-αστική ηθική της κηπούπολης».24 Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη συνεχή οικοδομική επέκταση που διαφημίζουν τα «φυλλάδια και οι αφίσες», αν την αποσυνδέσουμε από τις μεταβολές που επέφερε η κουλτούρα του αυτοκινήτου και των αυτοκινητόδρομων. Όλα αυτά τα χρόνια, το οδικό δίκτυο διαμόρφωσε τον ιστό όπου αναπτύχθηκαν οι μετακινήσεις και οι τουριστικοί προορισμοί, σηματοδοτώντας μιαν υπερεπένδυση στη γεωγραφική, στην πολεοδομική και στην κοινωνική κινητικότητα. Κι αυτό είναι κάτι που υποτίμησε η αρχιτεκτονική ιστοριογραφία: Οικειακότητα και κινητικότητα, οικιακή προστασία και υπερέκθεση στα εξωτερικά ερεθίσματα (υαλοπετάσματα), ιδιωτικό και δημόσιο, εθνικό και διεθνές, είναι μερικά από τα ζεύγη που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη τοπολογία αυτού του περιβάλλοντος.
Στις σχεδόν ενοποιημένες περιφέρειες των κυπριακών πόλεων, η ενσωμάτωση των αγροτικών περιοχών με τα αστικά σύνολα «φέρνει τους μηχανισμούς ιδιωτικής και δημόσιας ανάπτυξης να συνυπάρχουν και να επηρεάζονται από παλαιότερους αγροτικούς μηχανισμούς διάθεσης της καλλιεργήσιμης γης».25 Αυτή η «επαλληλία» και η «υβριδοποίηση» σηματοδοτεί την ιδιαιτερότητα της εκτεταμένης ιδιωτικής οικιστικής ανάπτυξης, η οποία  -  και στις δυο διακριτές μορφές, της «μεμονωμένης κατοικίας στην περιφέρεια» και της «πολυκατοικίας στο κέντρο»  -  αποτελεί «κινητήρια δύναμη» για την παραγωγή του χώρου:

«Κατά τη δεκαετία του 1960... στην Κύπρο, η αγγλική επιρροή και οι αναφορές σε αστικά επιτεύγματα όπως η "πράσινη αγγλοσαξονική πόλη" αλλά και η νέα πόλη Milton Keyns, με απόλυτη προτεραιότητα στο σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη τη χρήση του ιδιωτικού αυτοκινήτου, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ομοιογενούς αστικού τοπίου... με ίδιου μεγέθους δρόμους (οικιστικοί δρόμοι 35 πόδια και συλλεκτήριοι δρόμοι 42 πόδια) και οικόπεδα (70 × 80 πόδια), με αναπτύξεις μέσα στη λογική του πανταχόθεν ελεύθερου συστήματος. Κάθε οικοδομή που ανεγείρεται σε ένα οικόπεδο πρέπει να έχει απόσταση τριών μέτρων από όλα τα όρια».26

Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα το διογκωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον στον οικοδομικό και κατασκευαστικό τομέα να συνοδεύεται από την έλλειψη αποτελεσματικών πολεοδομικών στρατηγικών, που οδηγεί σε μια ανώνυμη επανάληψη «σύγχρονων κτιρίων» η οποία αυξάνει την αποσπασματικότητα και τις «εξαρθρώσεις» (dislocations)  -  για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Michel Foucault. Το παλιό δίπολο κέντρο-περιφέρεια, που υπήρξε κυρίαρχη έκφραση της νεωτερικότητας, μοιάζει να διαφοροποιείται: Οι προβληματικές περιοχές δεν περιορίζονται πλέον μόνο στα περίχωρα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, αλλά και στις εγκαταλελειμμένες περιοχές των ιστορικών κέντρων, ιδίως γύρω από την «Πράσινη Γραμμή», όπου πυκνώνουν οι προσδοκίες μελλοντικών μετασχηματισμών.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο διακρίνουμε υπολογίσιμες εξαιρέσεις και ορισμένα αξιοσύστατα αρχιτεκτονήματα,27 των οποίων η σημασία δεν μετριέται μόνο με αισθητικούς ή στιλιστικούς όρους, αλλά προπάντων από την ανανέωση και τη διεύρυνση των αντιλήψεων κατοίκησης, εργασίας και αναψυχής, καθώς και από τον επανακαθορισμό των σχέσεων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Είναι προφανές ότι ορισμένοι δημόσιοι οργανισμοί και ιδιωτικές εταιρείες (όπως η Nice Day), προπάντων όμως μια νεότερη γενιά αρχιτεκτόνων  -  επιστρέφοντας στην Κύπρο από τις σπουδές τους στην Ευρώπη και την Αμερική - άρχισαν να αναπτύσσουν μια υπολογίσιμη κινητικότητα και δραστηριότητα. Ο Γιώργος Σημαιοφορίδης ήταν από τους πρώτους κριτικούς της αρχιτεκτονικής που εστίασαν το ενδιαφέρον τους σ' αυτή τη δυναμική, η οποία ευνοείτο από την ανάδειξη της Κύπρου σε περιφερειακό επιχειρηματικό κέντρο, συνδεδεμένο με τη μακροχρόνια κρίση στη Μέση Ανατολή και ορισμένες από τις νέες οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης.28

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (το Μάιο του 2004) ενθάρρυνε την οικονομική ευφορία και μια κοινωνική προοπτική που πολλαπλασίασε τις σχεδιαστικές ευκαιρίες για την κυπριακή αρχιτεκτονική, οδηγώντας την να επανεπεξεργαστεί τις αντιλήψεις της για την άσκηση της αρχιτεκτονικής πρακτικής και να αναζητήσει νέες εδαφικές αυτο-αναπαραστάσεις και πολλαπλές συνδέσεις με τις σύγχρονες διεθνείς εμπειρίες και την καθημερινότητα. Θα μπορούσαμε να εκλάβουμε αυτή τη νέα δυναμική ως σημάδι ότι η αρχιτεκτονική άρχισε να αποκτά ξανά πολιτισμική και περιβαλλοντική σημασία και να γίνεται υπολογίσιμος παράγοντας στον πολεοδομικό και κοινωνικό περίγυρο.

ΑΠΟΑΠΟΙΚΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΤΟΠΙΚΟΤΗΤΑ: ΚΟΛΟΚΕΣ29
Δεν πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε το πλούσιο έργο που ανέπτυξε η γενιά των αρχιτεκτόνων της «πρώτης νεωτερικότητας» από τη δεκαετία του 1950 έως το 1974 (η Κύπρος ανακηρύσσεται σε ανεξάρτητη δημοκρατία το 1960), με δεσπόζουσες φυσιογνωμίες τον Νεοπτόλεμο Μιχαηλίδη, τον Πόλυ Μιχαηλίδη και αρκετούς άλλους μοντερνιστές, στους οποίους όλο και περισσότεροι αισθάνονται την ανάγκη να αναφερθούν σήμερα.30 Οι αρχιτέκτονες αυτοί συνδύασαν τη δυτική νεωτερικότητα του μεταπολεμικού «διεθνούς στιλ» (πρόβολοι, ανεπίχριστο σκυρόδεμα, ογκοπλαστική αυτονομία) με τη μεσογειακή παράδοση της «λιγοσύνης» που, όπως υπέδειξε ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, έλκει από τη λιγοσύνη του τόπου: «από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε». Εκείνο που πράγματι συνέχει αυτή τη δυναμική είναι οι διαδικασίες αποαποικιοποίησης, μέσα από τις οποίες αναδιευθετούνται οι τοπικές πολιτιστικές ταυτότητες. Έτσι, λοιπόν, διακρίνουμε να συνυπάρχουν στο έργο τους η ελεύθερη διάταξη των κτιριακών όγκων, ένας σχεδόν ανατολικός διακοσμητισμός και η τοπική χειροτεχνική παράδοση (με περσίδες και επιφάνειες από λιθοδομή, πουρόπετρα και βότσαλα). Απ' όλες αυτές τις εκδοχές προέκυψε μια ενδιαφέρουσα σύντηξη της μοντέρνας παράδοσης με τη μεταφυσική και την τοπικότητα του μοντέρνου, η οποία αποτελεί και το θεμελιώδες γνώρισμα της μεταπολεμικής νεωτερικότητας στην Κύπρο. Ιδού ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της προσωποποιημένης νεωτερικότητας, που εστιάζει στη διαλεκτική ανάμεσα στην αφαιρετική, μοντέρνα γραφή και την περιθωριοποιημένη, τοπική παράδοση των εφαρμοσμένων τεχνών. Για το λόγο αυτό θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τη χειροτεχνική πρακτική της «κολόκας» (αποξηραμένες κολοκύθες που χρησιμοποιούνται για δοχεία) ως μια ιδεώδη αλληγορία των κατοικήσιμων «δοχείων ζωής» της κυπριακής νεωτερικότητας.

Ποια ήταν όμως η κρισιμότερη μεταβολή που επέφερε στην αρχιτεκτονική κουλτούρα της Κύπρου αυτή η γενιά αρχιτεκτόνων; Για να απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα θα πρέπει να παραθέσουμε τους πιο διαδεδομένους κτιριακούς τύπους όπου επικεντρώθηκε το έργο της  -  εκτός τις μονοκατοικίες και τις πολυκατοικίες: Ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, βιομηχανικά κτίρια, δημόσιες αγορές, κτίρια γραφείων, υπηρεσιών και τραπεζών, νοσοκομεία, σχολικά κτίρια και κτίρια διοίκησης. Δηλαδή τυπολογίες που προσφέρονται όσο τίποτε άλλο για να αποτελέσουν δείγματα μιας παγκοσμιοποιημένης αρχιτεκτονικής.

Ενώ, λοιπόν, το International Style31 ταξινομήθηκε στην έκθεση του ΜοΜΑ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930, η κυριολεκτική διάδοσή του γίνεται μεταπολεμικά, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1950 και 1960, μέσα από την κωδικοποίηση ορισμένων κοινών γλωσσικών ιδιωμάτων, τρόπων ζωής, οικοδομικών υλικών και σχεδιαστικών προδιαγραφών που εξαπλώνονται σ' ολόκληρο τον κόσμο. Πρόκειται ακριβώς για την εποχή όπου παγκοσμιοποιούνται μια σειρά θεσμικές, κατασκευαστικές, αισθητικές και καταναλωτικές προϋποθέσεις οι οποίες ενσωματώνουν τα νέα comfort και τις αναδυόμενες κοινωνικές συμπεριφορές με τα νέα δεδομένα της μαζικής παραγωγής και των τρόπων κατασκευής.

Να τι κάνει εφικτή τη διάδοση των τριών σχεδιαστικών αξιωμάτων του International Style:
α) της υπεροχής του όγκου και όχι της κτιριακής μάζας∙
β) της αρθρωτής κανονικότητας και όχι της συμμετρίας∙
γ) της απόρριψης της υπερβολικής διακόσμησης.

Υπ' αυτή την έννοια, τα κτίρια των Κυπρίων αρχιτεκτόνων της «πρώτης νεωτερικότητας» μπορούν να θεωρηθούν μια πρώτης τάξεως εισαγωγή στην αποαποικιοποίηση και, συγχρόνως, στην παγκοσμιοποίηση της αρχιτεκτονικής, της οποίας η «υπερπραγμάτωση» εδραιώνεται σήμερα με αδιαφιλονίκητο τρόπο: «Η υπερπραγμάτωση προσφέρει μια χρήσιμη εναλλακτική λύση στην πόλωση μεταξύ των εννοιών της επιρροής και της οικειοποίησης. Εάν η ιδέα της επιρροής υποστηρίζει μια συνειδητή ιστορική σχέση μεταξύ μιας γενιάς καλλιτεχνών και της επόμενης, και η οικειοποίηση προτείνει... τη δυνατότητα της μετάπλασης, τότε η υπερπραγμάτωση υποδηλώνει ότι πράγματι υπάρχει πολιτιστική αλλαγή, αλλά τέτοιες αλλαγές είναι πέραν της ιστορικής θέλησης του καλλιτέχνη και υπάγονται στην κίνηση των συνθηκών του κοινωνικού συνόλου».32

Το ελληνικό στρατιωτικό πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 ανέστειλαν τις αναζητήσεις αυτής της γενιάς των αρχιτεκτόνων, αφήνοντας το έργο τους ημιτελές και σε εκκρεμότητα. Τη συνέχειά του μπορούμε να διακρίνουμε στο έργο της «δεύτερης νεωτερικότητας» από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, με μια αναπόφευκτη χρονοκαθυστέρηση. Είναι προφανές ότι οι κοινωνικές, οικονομικές και εδαφικές μεταβολές  -  που ήδη προαναφέραμε  -  μας οδηγούν πέρα από το μοντερνισμό των προηγούμενων χρόνων. Αν κάτι υπερέχει σ' αυτή τη διαλογική συνέχεια είναι μια νέα ευαισθησία, μια επιλεκτική επανοικειοποίηση ορισμένων γλωσσικών ιδιωμάτων του μοντέρνου και ένας διστακτικός, αλλά αναγνωρίσιμος, κριτικός αναστοχασμός του malaise της μεταπολεμικής νεωτερικότητας.

Η νέα αρχιτεκτονική της Κύπρου αντλεί, αφενός, από παγκοσμιοποιημένες ανάγκες και ροές και, αφετέρου, από τα τοπικά χαρακτηριστικά της κατασκευής, από εκείνο που ο Arjun Appadurai33 αποκαλεί «παραγωγή της τοπικότητας». Τίποτα κοινό δεν θα διακρίνουμε εδώ με τον «κριτικό τοπικισμό» και τις «στρατηγικές πολιτισμικής αντίστασης» όπως τις περιέγραψαν ο Kenneth Frampton, ο Αλέξανδρος Τζώνης και η Liane Lefaivre34 τη δεκαετία του 1980, αλλά μια παράδοξη αστικοποίηση και μια εκτεταμένη αναδιοργάνωση ενός ευρέως τμήματος του κυπριακού τοπίου, όπου συνυπάρχουν η φυγόκεντρος και η κεντρομόλος δυναμική, οι παγκόσμιες ροές και η ιδιαιτερότητα των τόπων, η ενσωμάτωση (ιδεών, εμπειριών και ορισμένων προθέσεων για το περιβάλλον) και η επιλογή. Οι πρώτες από αυτές τις έννοιες μας βοηθούν να φανταστούμε το μέλλον του τόπου και οι δεύτερες μας ωθούν στην «παραγωγή της τοπικότητας», στη συγκεκριμένη ολοκληρωμένη μορφή.

Στα σχεδιαστικά και πολιτισμικά ορόσημα που σημαδεύουν το άνοιγμα και τη νέα διεθνοποιημένη περίοδο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Κύπρο, μπορούμε να συμπεριλάβουμε τα εξής:
α) την επανεισαγωγή της αρχιτεκτονικής στην ανέγερση δημόσιων και ιδιωτικών έργων35∙
β) τη μελέτη του Atelier Jean Nouvel36 για το Κέντρο Πληροφόρησης και Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου «Στέλιος Ιωάννου» (2003) και το πολυώροφο κτίριο μικτών χρήσεων Tower 25 στην Πλατεία Ελευθερίας (2007)∙
γ) τη διοργάνωση μιας σειράς διεθνών διαγωνισμών, όπως η Ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας στη Λευκωσία37 (Α΄ Βραβείο: Zaha Hadid, Χρίστος Πασσάς, Saffet Bekiroglu, 2005) και ο Σχεδιασμός του Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου38 (Α΄ βραβείο Hopkins Architects, συνεργαζόμενο αρχιτεκτονικό γραφείο Βάρδας και Πατσαλοσαββής).
δ) την ίδρυση Τμήματος Αρχιτεκτονικής στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου (2005).

Εκείνο που αξίζει να διακρίνουμε σ' όλες αυτές τις διαδικασίες και τα σχεδιαστικά συμβάντα της αρχιτεκτονικής κουλτούρας είναι οι «παρατιθέμενες προσωρινότητες»39 του τοπικού και του διεθνούς, ο βαθμός στον οποίο οι τοπικές συνθήκες παγκοσμιοποιούνται και οι παγκόσμιες συνθήκες καθίστανται τοπικές. Ο τρόπος, δηλαδή, που παράγουν ένα λόγο (discourse) γύρω από την αρχιτεκτονική, καθιστώντας την καίρια μορφή διαμεσολάβησης μεταξύ τοπικού και διεθνούς. Σε μια εποχή προβληματισμού και ευρύτερων αναθεωρήσεων, αυτή είναι μια από τις πιο συναρπαστικές μορφές ανάληψης κοινωνικής ευθύνης για την αρχιτεκτονική.

YΠΕΡΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ40 ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ:
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ NICE DAY
Αυτός είναι ο ευρύτερος κοινωνικός, οικονομικός και πολιτισμικός περίγυρος στον οποίο δραστηριοποιείται η Nice Day De­velopments, μια ευέλικτη «κατασκευαστική εταιρεία νεώτερης γενιάς», η οποία «επικεντρώνεται σε κτίρια κατοικίας και γραφείων» και ιδρύθηκε το 1996, από τον επιχειρηματία και συλλέκτη έργων σύγχρονης τέχνης Δάκη Ιωάννου, με το γιο του Χρήστο. Η εταιρεία ποντάρει στη «σχεδιαστική και κατασκευαστική ποιότητα των κτιρίων», στην αισθητική και στην κινητικότητα των σύγχρονων τρόπων ζωής και στη δυναμική της κυπριακής αρχιτεκτονικής, συνδυάζοντας διαφορετικές γενιές της. Αξίζει εδώ να προσθέσουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιλογή των μελετών γίνεται μέσα από τη διοργάνωση κλειστών αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και, βέβαια, ένα διεθνές άνοιγμα με την ανάθεση του σχεδιασμού του κτιρίου μικτών χρήσεων Tower 25 στον Γάλλο αρχιτέκτονα Jean Nouvel.

Αν μπορούμε να εντοπίσουμε ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά στην αρχιτεκτονική παραγωγή της, αυτά αφορούν ολόκληρη τη νεότερη κυπριακή αρχιτεκτονική. Πρώτο από αυτά θα ανέφερα την τάση προς τις αφηρημένες, ουδέτερες και ενίοτε σχεδόν μη αναπαραστατικές μορφές, τις οποίες περιέγραψε με οξυδέρκεια ο Hans Ibelings στο Supermodernism.41 Εκείνο που διακρίνουμε εδώ δεν είναι τόσο ένα «σοφό, ορθό και υπέροχο παιχνίδι όγκων συναθροισμένων κάτω από το φως»  -  για να ανατρέξω στο δημοφιλές dictum του Le Corbusier  -  όσο ένα οπτικό και συχνά απτικό παιχνίδι επιφανειών, χώρων και υλικών, που υποβάλλουν διαφορετικές συμπεριφορές και ατμόσφαιρες στον κάτοικο, στον περαστικό και στον παρατηρητή.

Στις αρετές αυτής της αρχιτεκτονικής πρέπει να προσμετρήσουμε την απομάκρυνση από το στιλιστικό όργιο του μεταμοντερνισμού και από εκείνο το είδος της προτεραιότητας του «τοπικού» που εκφυλίζεται σε φολκλόρ ή σε κουραστική συλλογή αναφορών. Είναι φυσικό μια τέτοια αρχιτεκτονική να αποδέχεται χωρίς αναστολές ορισμένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της παγκοσμιοποίησης. Τα ίδια τα υλικά γίνονται αντιληπτά ως ένα είδος παγκόσμιας γλώσσας. Εξάλλου, πρόκειται για μια γενικευμένη σύγχρονη συνθήκη  -  στην οποία εντάσσεται και η προβληματική των «μη τόπων»42  -  με την οποία κανείς δεν μπορεί να αποφύγει την αναμέτρηση.

Η μεγαλύτερη καθαρότητα, η περιστολή των μορφών και οι αρχιτεκτονικοί απόηχοι του μινιμαλισμού προσφέρονται περισσότερο απ' οποιαδήποτε άλλη γλώσσα επί του προκειμένου, χωρίς, βέβαια, την αυστηρή αποπροσωποποίηση, την ασάφεια και το μυστήριο του ομώνυμου καλλιτεχνικού κινήματος που άνθισε τη δεκαετία του 1960.43 Επειδή ακριβώς ο μινιμαλισμός πρότεινε αντικείμενα που δεν αναφέρονται ούτε αναπαριστούν κάτι, η ουδετερότητά του ήταν φυσικό να συνδέεται περισσότερο με εμπειρική συμπεριφορά παρά με μια αναπαραστατική ή αφηγηματική αλυσίδα νοημάτων. Όπως υποστηρίζει η Rosalind Krauss,44 ο μινιμαλισμός αφ' εαυτού, με την άρνηση της προσωπικής έκφρασης λόγω του «βαθμού μηδέν» της μορφής, άντλησε το νόημά του από τον δημόσιο χώρο, σε αντιδιαστολή με τον ιδιωτικό χώρο. Για το λόγο αυτό ο μινιμαλισμός επανέρχεται ως μια εναλλακτική δυνατότητα στον μεταμοντέρνο ίλιγγο των μορφών και στην επακόλουθη δυσφορία.

Η υπεροχή της υλικότητας και της ουδετερότητας των όγκων, των όψεων και των τοιχωμάτων  -  τα οποία μετασχηματίζουν τη διαλεκτική του εσωτερικού με το εξωτερικό  -  και η σύγχρονη αντίληψη για την κομψότητα, που τείνει σε αυτόνομα κτίρια μικρό-κοσμους, είναι το αναγνωρίσιμο αρχιτεκτονικό αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής. Το περίβλημα (envelope) αναδεικνύεται σε πρωταρχικό στοιχείο, ενσωματώνοντας σε μια ενιαία, και συχνά αρθρωτή, δομή τα ανοίγματα, τα μπαλκόνια, τις βεράντες, τους ημιυπαίθριους, την είσοδο, την πυλωτή, το κλιμακοστάσιο και το δώμα. Στην περίπτωση αυτή, η αρχιτεκτονική ελαχιστοποίηση  -  από την οποία, όπως έγραψε ο Ελύτης, «φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε»  -  πάνω απ' όλα σημαίνει επανεκτίμηση της σημασίας των υλικών και της ενεργούς ουδετερότητας των μορφών και των επιφανειών. Σχολιάζοντας την αλληλεξάρτηση μεταξύ μιας τέτοιας ουδετερότητας και της σύγχρονης εμπειρίας, ο Ibelings υποστηρίζει ότι «ο πλούτος της απλότητας» προέρχεται από το ότι «έχουμε να κάνουμε με μια αρχιτεκτονική που δεν αναφέρεται σε τίποτα έξω από τον εαυτό της και δεν κάνει καμία έκκληση στη διάνοια, δίνοντας αυτομάτως προτεραιότητα στην άμεση εμπειρία, στην αισθητηριακή αντίληψη του χώρου, στο υλικό και στο φως».45

Αυτός, λοιπόν, εξακολουθεί να είναι ένας κυρίαρχος προσανατολισμός, ο οποίος μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι τα επόμενα χρόνια θα διατηρηθεί μεταλλασσόμενος και εμπλουτιζόμενος βαθμιαία. Αξίζει, λοιπόν, να τοποθετήσουμε ιστορικά τη διεθνή εμφάνισή του. Η προτεραιότητα του ελάχιστου στην αρχιτεκτονική πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990  -  που συμπίπτει χρονολογικά και με την ίδρυση της Nice Day  -  ως μια ανορεξική αντίδραση στον βουλιμικό μαξιμαλισμό του μεταμοντερνισμού και της αποδόμησης, αλλά και στις άναρχες αστικές επεκτάσεις (urban sprawl). Η επικράτηση μιας τέτοιας γλώσσας γρήγορα αναδεικνύεται σε σύμπτωμα και δείκτη μιας ευρύτερης μετατόπισης σε παγκόσμιες, ουδέτερες μορφές υλικού πολιτισμού που, ταυτόχρονα, χαρακτηρίζουν τη διάδοση των επιτευγμάτων της ψηφιακής τεχνολογίας, το βιομηχανικό design και τις οικονομικές συναλλαγές. Ο Γερμανός κοινωνιολόγος George Simmel συνέδεσε πρώτος μια τέτοια αφηρημένη αισθητική με την «υπολο­γιστική φύση της χρηματικής οικονομίας», την «κυριαρχία της νόησης» και το «ιδεώδες της φυσικής επιστήμης να μετατρέπει τον κόσμο σε αριθμητικό πρόβλημα, να παγιώσει κάθε τμήμα του με μαθηματικούς τύπους».46

Δύο εκθέσεις που διοργάνωσε ο Terence Riley στο MoMA (Light Construction, 1995, και Un-Private House, 1999), μια σειρά βιβλίων47 και απανωτών αφιερωμάτων σε περιοδικά, αλλά και η διακριτή προτίμηση αρχιτεκτόνων όπως ο Rem Koolhaas ή οι Jacques Herzog και Pierre de Meuron στην ψυχρή γεωμετρική ομορφιά του Mies («Less is more»), σηματοδοτούν μια διάθεση καθαρότητας και αποσάρκωσης της αρχιτεκτονικής και την περιστολή του λεξικού της σε ολιγάριθμα σημεία. Η επαναδιατύπωση της αρχιτεκτονικής κομψότητας και η σύνδεσή της με τα νέα ψηφιακά comfort και τα lifestyles είναι ορισμένα από τα στοιχεία που τίθενται στο επίκεντρο μιας τέτοιας προοπτικής, της οποίας τα αποτελέσματα αρχίζουν να γίνονται γρήγορα ορατά στο κατοικήσιμο σύμπαν. Όσο πιο καθαρές γίνονται οι μορφές τόσο περισσότερο αποκτούν χαρακτήρα διανοητικό και εννοιολογικό. Αυτό έχει ως συνέπεια την προτεραιότητα της γεωμετρίας, της σαφούς και συμπαγούς μορφής και, πάνω απ' όλα, τη σημερινή διάχυση του εννοιολογισμού και της ατοπίας.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΡΧΗ ΑΣΤΙΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΗ (ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΑΥΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ;)
Πώς αποτιμάμε σήμερα μια τέτοια επιλογή; Ασφαλώς μπορού­με να τη θεωρήσουμε θετικά, υπό την προϋπόθεση ότι δεν καταλήγει σ' ένα αποκλειστικά στιλιστικό γεγονός, όπως προβάλλεται από τις διαφημίσεις, τη μόδα και τα περιοδικά διακόσμησης εσωτερικών χώρων. Η σύγχρονη αρχιτεκτονική της Κύπρου έχει να επιδείξει επαρκή παραδείγματα που αποφεύγουν έναν τέτοιο σκόπελο. Αν θέλαμε, όμως, να πάμε ακόμη παραπέρα τους κοινωνικούς συνειρμούς, θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε την υπεροχή της μορφικής καθαρότητας με το ανθεκτικό φάντασμα του πουριτανισμού. Ωστόσο, ο Ιταλός κριτικός της αρχιτεκτονικής Luigi Prestinenza Puglisi, ανατρέπει μια τέτοια υπόθεση, συνδέοντας τη στρατηγική ελάττωση του μινιμαλισμού με τη δίαιτα: «Αδυνατίζει κανείς περισσότερο χάριν μιας αισθητικής επιλογής παρά προκειμένου να ανταποκριθεί σε ένα καλβινιστικό πρόσταγμα».48

Εξάλλου, η Villa Savoye (1929 - 1931) αποτελεί το πρώτο πειστικό παράδειγμα ανάδειξης της αρχιτεκτονικής σε «μηχανή αδυνατίσματος», κατάλληλη για την «αεροβική εξάσκηση και την υγιεινή του Modulor Man, που επινόησε ο Le Corbusier ως μετα-νιτσεϊκό υπόδειγμα σωματικής και νοητικής υπεροχής».49 Έτσι η αρχιτεκτονική, εγκαταλείποντας τις γοητευτικές, εκρηκτικές παραμορφώσεις που επιχείρησαν μ' έναν εντελώς προσωποποιημένο τρόπο ο Frank Gehry και η Zaha Hadid, εισήλθε σε μια περίοδο όπου η αυστηρότητα και η καθαρότητα των μορφών διαδραματίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο. Σε μια εποχή που η αισθητικοποίηση αναδεικνύεται σε γενικευμένο πρόταγμα, η προτίμηση του αιθέριου και του «άπαχου» δεν κυριαρχεί μόνο στις κοινωνικές ελίτ, αλλά διαδίδεται σε ευρύτερες σχεδιαστικές επιλογές και κοινωνικές συμπεριφορές. Ο μινιμαλισμός έπαψε να είναι μια αμιγώς καλλιτεχνική στάση που ταυτίζεται με τις αφηρημένες δομές της σκέψης που τον δημιούργησε και γίνεται ένα συναισθηματικό έμβλημα, μια στάση ζωής και μια επιθυμητή εικόνα της κοινωνίας που τον καταναλώνει. Αυτό είναι ένα από τα νέα χαρακτηριστικά της μεταβιομηχανικής κουλτούρας. Όπως η δεκαετία του 1960 οικειοποιήθηκε τις ιστορικές πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα, η εποχή μας οικειοποιείται, αντίστοιχα, το μινιμαλισμό και το μετα-μινιμαλισμό.50

Θα ήταν, βέβαια, υπερβολή να θεωρούσαμε ότι αυτή είναι η μοναδική τάση στη νέα αρχιτεκτονική της Κύπρου, παραβλέποντας την παρουσία και τις ιδιαιτερότητες του εκλεκτικισμού, την οικολογική και ψηφιακή δυναμική και την εκλεπτυσμένη επεξεργασία των λεπτομερειών (τόσο στην προσωπική υπερ-σχεδιασμένη εκδοχή τους, όσο και στην προσεκτική επιλογή από καταλόγους οικοδομικού εξοπλισμού). Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια από τις πιο εκτεταμένες και αθόρυβες μορφές της κατασκευαστικής παγκοσμιοποίησης.

Η νέα κυπριακή αρχιτεκτονική αντλεί από την ελαχιστοποίηση των μορφών, χωρίς να ταυτίζεται με την ανορεξική εκδοχή τους, που αναδεικνύει περισσότερο ο «άυλος» ιαπωνικός μινιμαλισμός της Kazuyo Sejima. Περισσότερο έχουμε να κάνουμε με διεθνοποιημένη τοπικότητα, δηλαδή με μια αρχιτεκτονική  -  τα κτίρια και οι μελέτες της Nice Day αποτελούν πειστική απόδειξη  -  που ανήκει στον τόπο και συνδιαλέγεται διακριτικά μαζί του χωρίς να καταφεύγει στην εκκωφαντική εκζήτηση. Ακόμη και η αξιοποίηση της τοπικής κατασκευαστικής κουλτούρας, η χρήση των διαθέσιμων υλικών και των τρόπων οικοδόμησης, μας επαναφέρει σ' αυτή τη σχέση με τον τόπο: Έτσι τα κτίρια γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του προϋπάρχοντας περιβαλλοντικού υλικού συνόλου. Οι αρχιτέκτονες των κτιρίων της Nice Day, από τους ξεχωριστούς του κυπριακού πανοράματος, περισσότερο από μια αφηρημένη νεομοντέρνα γλώσσα, διερευνούν το σχεδιαστικό ήθος μιας σύγχρονης μεσογειακής κατοίκησης, που αναδεικνύεται σε τρόπο ζωής.

Οι αρχιτέκτονες που έργα τους συμπεριλαμβάνονται στην ανά χείρας έκδοση  -  όπως οι Mike Σέρωφ, Σώτος Παπαδόπουλος, Γρηγόρης Πατσαλοσαββής, Διομήδης Κυθρεώτης, Χαρίλαος Κυθρεώτης, Ιωάννης Κυθρεώτης, Ζήνων Σιερεπεκλής, Μιχάλης Κοσμάς, Αλέξης Βαφεάδης, Έκτωρ Στυλιανίδης, Νόνη Μιχαηλίδου, Ρένα Ιωαννίδου, Δημήτρης Κωνσταντίνου, Κώστας Νεοφυτίδης, Τάκης Σοφοκλέους, Τεύκρος Αγγελίδης, Θεοχάρης Δαυίδ, Κωνσταντίνος Κωσταντή, Nasser Abdellatif, Δέσποινα Χρίστου  -  συνομιλούν, ακόμη και εάν αυτό δεν γίνεται άμεσα αναγνωρίσιμο, με τη σύγχρονη κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική δυναμική της Κύπρου. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί και το πνεύμα της σύγχρονης κυπριακής αρχιτεκτονικής. Και εδώ η αρχιτεκτονική διεκδικεί έναν νέο, σημαίνοντα ρόλο στον ευρύτερο μετασχηματισμό της χώρας και της κοινωνίας. Έτσι, λοιπόν, αυτό το είδος της διεθνοποιημένης τοπικότητας μοιάζει να αντιλαμβάνεται τη θέση της στο συγκεκριμένο ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον, αλλά και τη μετασχηματιστική της ενόρμηση, καλλιεργώντας σ' εμάς υποθέσεις για τα διακεκομμένα χάσματα του παρελθόντος και τις προοπτικές. Πρόκειται για μια στρατηγική που εκφράζει μια κριτική στάση απέναντι στην άμορφη και ακατάσχετη αστική εξάπλωση και, συγχρόνως, παραμένει αισιόδοξη για τις δυνατότητες κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανανέωσης που μπορούν να προσφέρουν οι μετασχηματισμοί του χώρου και της αρχιτεκτονικής.

Τι είναι όμως αυτό που κάνει τα κτίρια αυτά και τις μελέτες να διαφοροποιούνται  -  μερικές φορές εμφατικά  -  από το περιβάλλον τους; Για να αντιληφθούμε αυτή τη διαφοροποίηση πρέπει να τη συνδέσουμε με την «αποξένωση», που ο Viktor Κlovskij θεωρεί συστατικό κάθε καλλιτεχνικής διαδικασίας.51 Σκοπός μιας τέτοιας στάσης είναι η «δημιουργία μιας ιδιαίτερης πρόσληψης του αντικειμένου, η καλλιέργεια μιας «ενόρασης» (vision) και όχι μόνο της "αναγνώρισής" του». Πρόκειται για μια διεργασία που τείνει να μας κάνει να «αισθανθούμε τα αντικείμενα και να αντιληφθούμε ότι η πέτρα είναι πέτρα» και κατά συνέπεια να «αποκαταστήσει το νόημά» τους. Με τον τρόπο αυτό τα κτίρια μας καλούν να τα δούμε, να τα παρατηρήσουμε, να τα πλησιάσουμε, να τα διασχίσουμε, συνδέοντας την ορατότητά τους με την ένταξη στο ιδιαίτερο τοπίο της Κύπρου. Η ισχυρή παρουσία τους είναι ακριβώς εκείνη που τα εντάσσει και τα διαφοροποιεί, επαναφέροντας τη σημασία μιας ισχυρής αρχιτεκτονικής γλώσσας, η οποία αντιπαρατίθεται στην άναρχη αστική διάχυση. Η επεξεργασία αυτής της ισχυρής αρχιτεκτονικής γλώσσας προδιαγράφει τις νέες μορφές του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου, τη δομή των ιδεών και των εμπειριών και, πάνω απ' όλα, τα νέα πρότυπα της κοινωνίας. Αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο η κυπριακή αρχιτεκτονική συμμετέχει και συμβάλει στον διεθνή διάλογο.

του Γιώργου Τζιρτζιλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου